|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο chimney παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: piece
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | chimney n | (smoke outlet, flue) | καμινάδα ουσ θηλ | | | You should have your chimney cleaned yearly. | | | Πρέπει να βάζεις να σου καθαρίζουν την καμινάδα κάθε χρόνο. | | chimney n | (brick structure on roof) | καμινάδα ουσ θηλ | | | Parts of the chimney broke off in the earthquake. | | | Μέρη της καμινάδας έσπασαν στο σεισμό. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | chimney n | (geology: narrow vertical fissure) (γεωλογία) | πυραμίδα ουσ θηλ | | | A caver would have to be very slender to get through this narrow chimney. | | chimney n | (geology: volcano vent) (γεωλογία) | ηφαιστειακός πόρος επίθ + ουσ αρσ | | | Magma is pushed up through the volcano's chimney. | | chimney⇒ vi | (mountaineering: go up or down chimney) | μη διαθέσιμη μετάφραση | | | I'm an experienced climber but I could never chimney, as I'm claustrophobic. | | chimney [sth]⇒ vtr | (mountaineering) | μη διαθέσιμη μετάφραση |
|
|